ουσιαστικό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ουσιαστικό

  • u.si.a.stiˈko

Where it comes from

ουσιαστικό < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα οὐσιαστικόν, κατά την ελληνιστική κοινή μετουσιαστικόν (παράγωγο επίθετο)· ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ουσιαστικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική substantif ή από τη γερμανική Substantiv

noun ουσιαστικό · ουσιαστικά · ουσιαστικού · ουσιαστικών

  1. γραμματική κλιτή λέξη που φανερώνει πρόσωπο, ζώο, πράγμα, αφηρημένη έννοια, ενέργεια, κατάσταση ή ιδιότητα παραδειγματα ουσιαστικών

adjective ουσιαστικό · ουσιαστικά · ουσιαστικού · ουσιαστικών

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ουσιαστικός
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ουσιαστικός

In English

  • noun grammatical category (narrow sense)

Talk about this word

Cite this
MLA

"ουσιαστικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ουσιαστικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"ουσιαστικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ουσιαστικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}