ουσιοκρατία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ουσιοκρατία
noun ουσιοκρατία · ουσιοκρατίες · ουσιοκρατίας · ουσιοκρατιών
- η υπερτόνιση της αξίας της απρόσωπης ουσίας του θεού (θείες ιδιότητες· πχ θεία προΰπαρξη, το άτμητον, το αέναον κα) έναντι του προσώπου του (νόηση, ενσυναίσθηση, ηθολογία κα)
- η πίστη της εγγενούς προΰπαρξης σκοπού, ταλέντου, ιδιότητας στο κάθε τι η μη αποδοχή στο ότι η μετεξέλιξη υλικού ή προσώπου δύναται να μεταβάλει τις πρωταρχικές του ιδιότητες
In English
- essentialism view that objects have properties that are essential to them
Talk about this word "ουσιοκρατία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ουσιοκρατία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1 "ουσιοκρατία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ουσιοκρατία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}