οχιά
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
οχιά
- oˈça
Where it comes from
οχιά < ἔχις, με κάποια επίδραση του ὄφις
noun οχιά · οχιές · οχιάς · οχιών
- (Vipera ammodytes) είδος μεσαίου μεγέθους δηλητηριώδους φιδιού με τριγωνικό κεφάλι και γκρίζο, καφέ ή κοκκινωπό χρώμα και μια σκουρόχρωμη τεθλασμένη γραμμή στη ράχη. Λέγεται επίσης έχιδνα και όχεντρα ※ Μέχρι το 1981 περίπου, ίσχυε στην Ελλάδα η επικήρυξη «της οχιάς» – γενικά , χωρίς διάκριση ή αναφορά σε κάποιο από τα 5 είδη οχιάς που συναντώνται στη χώρα μας και για κάθε κεφάλι οχιάς η αρμόδια... (Η Φύσις: Δελτίον Ελληνικής Εταιρίας Προστασίας της Φύσεως, 1990, σελ. 10)
- άνθρωπος που λέει κακίες εις βάρος άλλων, ερήμην τους αυτή η οχιά που έχεις μες στο σπίτι σου, σε έχει βάλει και τσακώνεσαι με τον κόσμο χωρίς λόγο
Similar: όχεντρα, κερασφόρος οχιά
Thesaurus
noun
Similar: όχεντρα, κερασφόρος οχιά
In English
Talk about this word "οχιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%87%CE%B9%CE%AC. Accessed 6 Nov. 2026. οχιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%87%CE%B9%CE%AC "οχιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%87%CE%B9%CE%AC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {οχιά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%87%CE%B9%CE%AC},
urldate = {2026-11-06}
}