πάγιος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πάγιος¹
Where it comes from
πάγιος < μεσαιωνική ελληνικήπάγιος
adjective πάγιος · πάγια · πάγιο · πάγιου · πάγιας
- σταθερός, αμετάβλητος ※ Οι δυνατότητες επικοινωνίας μεταξύ των επιμέρους κοινωνιών των χωρικών είναι εξαιρετικά περιορισμένες, και ο συνδετικός κρίκος που συναρθρώνει όλες αυτές τις κοινωνίες σε ένα σύνολο δεν είναι άλλος από το κράτος, με τους πάγιους αλλά και περιστασιακούς μηχανισμούς του (Κώστας Κωστής, Ξανακοιτώντας
- το ουδέτερο ως ουσ. το πάγιο
Πάγιος²
- ˈpa.ʝos
Where it comes from
Πάγιος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Πάγιος · Πάγιοι · Πάγιου · Πάγιων · Πάγιο · Πάγιους
- ανδρικό επώνυμο
Talk about this word "πάγιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πάγιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82 "πάγιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πάγιος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}