πάγωμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πάγωμα

Where it comes from

πάγωμα < μεσαιωνική ελληνική < παγώνω < παγόω < πάγος

noun πάγωμα · παγώματα · παγώματος · παγωμάτων

  1. η μετατροπή του νερού (ή άλλου υγρού) σε πάγο η πτώση της θερμοκρασίας ενός σώματος σε πολύ χαμηλά επίπεδα
  2. το σταμάτημα μιας κινούμενης εικόνας
  3. το σταμάτημα μιας διαδικασίας το σλοβενικό βέτο προκάλεσε το πάγωμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Κροατίας
  4. η σταθεροποίηση σε μια τιμή η κυβέρνηση λόγω της κρίσης αποφάσισε το πάγωμα των μισθών για ένα χρόνο

Talk about this word

Cite this
MLA

"πάγωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%B3%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πάγωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%B3%CF%89%CE%BC%CE%B1

Chicago

"πάγωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%B3%CF%89%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πάγωμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%B3%CF%89%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}