πάθος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πάθος

Where it comes from

πάθος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πάθος

noun πάθος · πάθη · πάθους · παθών

  1. πολύ ισχυρό συναίσθημα που υπερισχύει της λογικής ερωτικό πάθος
  2. μεγάλη αγάπη και ενθουσιασμός για κάτι, ολοκληρωτική αφοσίωση, μεγάλη ενεργητικότητα και αποφασιστικότητα για την επίτευξη κάποιου στόχου πάθος για τη ζωγραφική
  3. το αντικείμενο του πάθους η μουσική είναι το πάθος της
  4. πάθημα, κάτι οδυνηρό που σε κάνει να υποφέρεις σωματικά ή ψυχικά (με κεφαλαίο) τα Πάθη του Χριστού
  5. γραμματική μεταβολή ενός φθόγγου Η ανομοίωση των δασέων είναι ένα από τα χαρακτηριστικά πάθη των συμφώνων στην αρχαία ελληνική.
  6. dated, plural normally, παρωχημένο, συνήθως στον πληθυντικό αφροδίσιο νόσημα

In English

  • passion any great emotion
  • pathos a writer or speaker's attempt to persuade an audience through appeals
  • infatuation The act of infatuating; the state of being infatuated; folly; that which infatua

Talk about this word

Cite this
MLA

"πάθος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πάθος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CF%82

Chicago

"πάθος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πάθος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}