πάνελ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πάνελ

  • ˈpa.nel

Where it comes from

πάνελ < (λόγιο δάνειο) αγγλική panel

noun πάνελ

  1. ομάδα ανθρώπων που είναι (ή θεωρούνται) ειδήμονες σε κάποιο θέμα κι έχουν κληθεί για να μιλήσουν σε μια δημόσια συζήτηση (π.χ. τηλεοπτική, συνεδριακή κ.λπ.) για αυτό
  2. figuratively, συνεκδοχικά η συζήτηση που διεξάγεται από τα μέλη της παραπάνω ομάδας ※ Πολλοί νεοδαμώδεις διανοητές κυρίως της αριστερίζουσας σκέψης θέτουν από καιρού εις καιρόν στα τηλεοπτικά πάνελ ένα ψευδές δίλημμα, προσπαθώντας να κατευθύνουν τη σκέψη ενός αδαούς κοινού: το Βυζάντιο, λέγουν, αντιτάχθηκε στην αρχαιότητα, την οποία και συνέθλιψε.
  3. λεπτή πλάκα από διάφορα υλικά (γυαλί, μέταλλο, ξύλο, παζλ από πηχάκια), που καλύπτει μια επιφάνεια (συνήθως με παράθεση πολλών όμοιων πλακών) και χρησιμοποιείται για ποικίλες εφαρμογές ※ ηλιακά πάνελ που τοποθετούνται στην οροφή (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 11/9/2010)

In English

  • panel rectangular section of a surface

Talk about this word

Cite this
MLA

"πάνελ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CE%BB. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πάνελ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CE%BB

Chicago

"πάνελ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CE%BB.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πάνελ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CE%BB},
  urldate = {2026-11-06}
}