πάνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πάνω
- ˈpa.no
Sounds like πανό
Where it comes from
πάνω < το λαϊκότροπο απάνω με σίγηση του αρκτικού άτονου [a] < μεσαιωνικά ελληνικά ἀπάνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἐπάνω ή (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐπάνω με σίγηση του [e]
adverb πάνω · επάνω · απάνω
- στην επιφάνεια ενός πράγματος Μη βάζεις τα πόδια σου πάνω στο τραπέζι!
- σε ψηλότερο σημείο Το γραφείο του βρίσκεται ένα όροφο πάνω από το δικό μου.
- που βρίσκεται σε ψηλότερο σημείο ο πάνω όροφος
- δίπλα, πολύ κοντά οικόπεδο πάνω στο κύμα
- εχθρική διάθεση, εναντίωση όρμησε πάνω μου
- στην πιο κατάλληλη στιγμή Ήρθε πάνω στην ώρα.
- αναφορικά, σχετικά με, σε σχέση με κάτι Ποια είναι η γνώμη σου πάνω σε αυτό;
- κατοχή αντικειμένου ή μέσων, μαζί με κάποιον, δίπλα σε κάποιον Έχεις κινητό πάνω σου;
Opposite: κάτω
Thesaurus
adverb
Opposite: κάτω
In English
Talk about this word "πάνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. πάνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89 "πάνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πάνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}