πάρκο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πάρκο

  • ˈpaɾ.ko

Where it comes from

πάρκο < (άμεσο δάνειο) ιταλική parco < μεσαιωνική λατινική parcus / parricus < φραγκική *parrik (περικλείω) < πρωτογερμανική *parrukaz (περικλείω, περιφράσσω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)par- (κούτσουρο, δοκάρι)

# πάρκο < (άμεσο δάνειο) γαλλική parc < μέση γαλλική parc < παλαιά γαλλική parc < μεσαιωνική λατινική parcus / parricus < φραγκική *parrik (περικλείω) < πρωτογερμανική *parrukaz (περικλείω, περιφράσσω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)par- (κούτσουρο, δοκάρι)

noun πάρκο · πάρκα · πάρκου · πάρκων

  1. χώρος που έχει διαμορφωθεί με κήπους και δέντρα και τον επισκέπτονται άνθρωποι για ψυχαγωγικούς ή ερευνητικούς σκοπούς
  2. κατασκευή με ειδική περίφραξη, μέσα στην οποία κοιμούνται ή κινούνται περιορισμένα και με ασφάλεια πολύ μικρά παιδιά

In English

  • garden gardens with public access
  • park ground for recreation
  • playpen enclosure for children to play in

Talk about this word

Cite this
MLA

"πάρκο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πάρκο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%BF

Chicago

"πάρκο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πάρκο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}