πάροδος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πάροδος¹
- ˈpa.ɾo.ðos
Where it comes from
πάροδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πάροδος
: (χρονικό διάστημα) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική passage
noun πάροδος · πάροδοι · παρόδου · παρόδων · πάροδο · παρόδους
- ο δρόμος που οδηγεί σε άλλον μεγαλύτερο και πιο κεντρικό
- η κάθε μία από τις πλάγιες εισόδους του αρχαίου θεάτρου από τις οποίες έμπαινε ο χορός στη σκηνή. από την δεξιά πάροδο του θεάτρου έμπαιναν πάντοτε αυτοί που ερχόντουσαν(στο έργο) από την πόλη ή το λιμάνι, ενώ από την αριστερή αυτοί που ερχόντουσαν από την ύπαιθρο.
- το λυρικό τμήμα του αρχαίου θεατρικού έργου που τραγουδούσε ο χορός κατά την είσοδό του
- το πέρασμα κάποιου χρονικού διαστήματος, η παρέλευση κάποιου χρόνου. με την πάροδο του χρόνου χτίστηκαν σχολεία.
Πάροδος²
Where it comes from
Πάροδος < πάροδος
proper noun Πάροδος · Παρόδου · Parodos
- ανδρικό επώνυμο
In English
- bypass road
Talk about this word "πάροδος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πάροδος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82 "πάροδος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πάροδος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}