πάστα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πάστα¹

Where it comes from

πάστα < (άμεσο δάνειο) ιταλική pasta < υστερολατινική pasta < ελληνιστική κοινή παστά, ουδέτερο του παστός < αρχαία ελληνική πάσσω (αντιδάνειο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷeh₁t- (αναδεύω, κουνώ)

noun πάστα · πάστες · πάστας · παστών

  1. είδος αλοιφής ή άλλης εύπλαστης μάζας, που προκύπτει από την ανάμειξη διαφόρων υλικών και χρησιμοποιείται για ποικίλους σκοπούς
  2. figuratively, μεταφορικά ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου ή τα διάφορα (έμφυτα) χαρακτηριστικά του
  3. γλυκό είδος γλυκού (συνήθως προϊόν ζαχαροπλαστικής) που αποτελείται κατά βάση από στρώσεις από παντεσπάνι ή σαβαγιάρ, κρέμα, σαντιγί κι άλλα υλικά (π.χ. φρούτα) κι απαντάται σε διάφορες παραλλαγές υποκοριστικά: παστάκι, παστούλα
  4. τρόφιμο ζυμαρικά όπως μακαρόνια και άλλα

Πάστα²

Where it comes from

Πάστα < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Πάστα · Pasta

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Talk about this word

Cite this
MLA

"πάστα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πάστα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1

Chicago

"πάστα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πάστα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}