Πάσχα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Πάσχα

  • ˈpa.sxa

Where it comes from

Πάσχα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή Πάσχα < αραμαϊκή פסחא (pasḥā) < εβραϊκή פסח (pésaḥ, πέρασμα)

proper noun Πάσχα

  1. θρησκεία, ιουδαϊσμός γιορτή κατά την οποία οι Ιουδαίοι θυμούνται την έξοδο από τη σκλαβιά στην αρχαία Αίγυπτο
  2. θρησκεία, χριστιανισμός γιορτή κατά την οποία οι Χριστιανοί τιμούν την Ανάσταση του Ιησού Χριστού ※ Φέτος το Πάσχα των Ορθοδόξων θα εορτασθεί την ερχόμενη Κυριακή 12 Απριλίου, ενώ των Καθολικών εορτάσθηκε την περασμένη Κυριακή 5 Απριλίου. Ήταν μια ακόμη χρονιά που τα δύο Πάσχα, όπως είναι και το πιο συνηθισμένο, δεν συνέπεσαν. Πέρυσι, είχαν συμπέσει, ενώ αυτό θα ξανασυμβεί το 2017. Για ποιον λόγ

    Similar: Ανάσταση, Λαμπρή, Πασχαλιά

proper noun Πάσχα · Πάσχας · Pascha

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

  • Easter Christian feast commemorating the resurrection of Jesus Christ

Talk about this word

Cite this
MLA

"Πάσχα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%87%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

Πάσχα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%87%CE%B1

Chicago

"Πάσχα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%87%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {Πάσχα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%87%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}