πάτωμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πάτωμα

Where it comes from

πάτωμα < μεσαιωνική ελληνική πάτωμα < μεσαιωνική ελληνική πατώνω (βάζω πάτο) ή από το ρήμα της ίδια εποχής πατάω-πατῶ < αρχαία ελληνική πάτος

noun πάτωμα · πατώματα · πατώματος · πατωμάτων

  1. η κάτω οριζόντια εσωτερική επιφάνεια ενός σπιτιού ή διαμερίσματος κ.λπ.· το δάπεδο μην κάθεσαι στο πάτωμα, πάρε μια καρέκλα
  2. especially, ειδικότερα το ξύλινο δάπεδο ενός δωματίου στις κρεβατοκάμαρες βάλαμε πάτωμα αλλά στην κουζίνα πλακάκι
  3. ο όροφος ενός κτηρίου πόσα πατώματα θα έχει αυτή η πολυκατοικία όταν τελειώσει;

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πάτωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πάτωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B1

Chicago

"πάτωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πάτωμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}