πάτωμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πάτωμα
Where it comes from
πάτωμα < μεσαιωνική ελληνική πάτωμα < μεσαιωνική ελληνική πατώνω (βάζω πάτο) ή από το ρήμα της ίδια εποχής πατάω-πατῶ < αρχαία ελληνική πάτος
noun πάτωμα · πατώματα · πατώματος · πατωμάτων
- η κάτω οριζόντια εσωτερική επιφάνεια ενός σπιτιού ή διαμερίσματος κ.λπ.· το δάπεδο μην κάθεσαι στο πάτωμα, πάρε μια καρέκλα
- το ξύλινο δάπεδο ενός δωματίου στις κρεβατοκάμαρες βάλαμε πάτωμα αλλά στην κουζίνα πλακάκι
- ο όροφος ενός κτηρίου πόσα πατώματα θα έχει αυτή η πολυκατοικία όταν τελειώσει;
In English
Talk about this word "πάτωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. πάτωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B1 "πάτωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πάτωμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}