πάχος
Ελληνικά
AI Kwa maneno rahisi
Inaandika maelezo mafupi…
Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.
πάχος¹
- ˈpa.xos
Limetoka wapi
πάχος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πᾰ́χος < παχύς
nomino πάχος · πάχη · πάχους · παχών
- ο περιττός και παραπανίσιος (σε σχέση με τον συνηθισμένο ή φυσιολογικό) όγκος και μάζα ενός ανθρώπινου σώματος, λόγω του συσσωρευμένου λίπους τα πάχη μου, τα κάλλη μου
- μια από τις τρεις διαστάσεις ενός στερεού σώματος ※ Προσδιορισμός ιδιοτήτων ερπυσμού επικαλύψεων παραγομένων μέσω θερμικού ψεκασμού και βέλτιστη επιλογή των παχών τους (τίτλος μελέτης στο Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (2002))
- το πλάτος μιας γραμμής
- το λίπος που υπάρχει σε κάποιο ζωικό κρέας που προορίζεται για βρώση
Πάχος²
Limetoka wapi
Πάχος < → λείπει η ετυμολογία
nomino ya pekee Πάχος
- ανδρικό όνομα
Kwa Kiingereza
- thickness property of being thick in dimension
Zungumza kuhusu neno hili "πάχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πάχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%87%CE%BF%CF%82 "πάχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%87%CE%BF%CF%82.Nukuu
@misc{micwyn_2026,
title = {πάχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AC%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}