πέδιλο
Ελληνικά · Sinônimos e antônimos
AI Em palavras simples
Escrevendo uma explicação curta…
Escrito por uma IA da casa a partir do verbete abaixo, no seu idioma. A fonte é o próprio verbete.
πέδιλο
- ˈpe.ði.lo
De onde vem
πέδιλο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πέδιλον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pṓds + -ιλον (πόδι)
: για τη βάση στήριξης < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sabot
substantivo πέδιλο · πέδιλα · πέδιλου · πέδιλων
-
είδος υποδήματος, ανοιχτού (συνήθως) στο επάνω μέρος
Parecidas: σανδάλι
- παρόμοιο υπόδημα ειδικής κατασκευής για συγκεκριμένες δραστηριότητες
- πεντάλι, πεντάλ, ποδόπληκτρο
- η βάση μιας κολόνας οικοδομής, που αποτελεί τμήμα των θεμελίων
- αντίστοιχη βάση ανάλογου σκοπού, π.χ. που στηρίζει το κατάρτι ιστιοφόρου
- σχοινί με θηλιές που δένουν τα πόδια κάποιων ζώων για διάφορους λόγους
Em inglês
Conversar sobre esta palavra "πέδιλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. πέδιλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BB%CE%BF "πέδιλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BB%CE%BF.Citar
@misc{micwyn_2026,
title = {πέδιλο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}