πένα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πένα¹

Where it comes from

πένα <

# (άμεσο δάνειο) ιταλική penna (φτερό)

# (άμεσο δάνειο) αγγλική penny

noun πένα · πένες · πένας · πενών

  1. μικρό έλασμα που το χρησιμοποιούσαν παλαιότερα στους κονδυλοφόρους
  2. κονδυλοφόρος, στυλό, μέσο γραφής με μελάνι
  3. μουσική κοντόπληκτρο, μικρό πλήκτρο, όνυχας (πχ. σε αντιδιαστολή με το πλήκτρο του σαμιζέν)
  4. figuratively, μεταφορικά η ικανότητα δημιουργικής γραφής, η συγγραφική δεινότητα
  5. νόμισμα υποδιαίρεση της αγγλικής λίρας
  6. για το φαγητό

Πένα²

Where it comes from

Πένα < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Πένα · Pena

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πένα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%BD%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πένα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%BD%CE%B1

Chicago

"πένα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%BD%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πένα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%BD%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}