מיקווין

πένσα

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

πένσα

מאיפה זה בא

πένσα < (άμεσο δάνειο) βενετική pensa

שם עצם πένσα · πένσες · πένσας · πενσών

  1. εργαλείο με λαβή σαν του ψαλιδιού και δύο μεταλλικές λαβίδες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από έναν τεχνίτη για να κρατήσει ακίνητο ένα άλλο αντικείμενο. Ανάμεσα στις δύο λαβίδες σχηματίζεται ένα κυκλικό κενό και κάτω από αυτό υπάρχει ένας κόφτης που μπορεί να κόψει ένα σύρμα.

באנגלית

  • pliers gripping tool which multiplies the strength of the user's hand

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"πένσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%BD%CF%83%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πένσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%BD%CF%83%CE%B1

Chicago

"πένσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%BD%CF%83%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πένσα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CE%BD%CF%83%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}