πέταλο
Ελληνικά · المرادفات والأضداد
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
πέταλο
- ˈpe.ta.lo
من أين أتت
πέταλο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πέταλον
اسم πέταλο · πέταλα · πετάλου · πέταλου · πετάλων
- σιδερένιο έλασμα σε σχήμα U καρφωμένο στις οπλές αλόγων\υποζυγίων για προστασία του πέλματος ※ τα σπίτια αραίωναν, μαζί και οι πεζοί, που είχαν σχεδόν εξαφανιστεί, ενώ το κλικ κλοκ από τα πέταλα των αλόγων πάνω στο λιθόστρωτο έφερε δάκρυα στα μάτια της Σεβαστής (Μαίρη Κόντζογλου, Πέρα από τα Παλιά Ασήμια, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- κάθε τι που έχει σχήμα πετάλου (1) (ειδικότερα για ένα από τα δυο τμήματα γηπέδου και τμήμα του δρόμου) πολλά ατυχήματα συμβαίνουν στο πέταλο του Μαλιακού
-
καθένα από τα φυλλάρια που αποτελούν τη στεφάνη του άνθους
مشابه: σέπαλο
بالإنجليزية
تحدّث عن هذه الكلمة "πέταλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. πέταλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF "πέταλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {πέταλο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}