πέφτω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πέφτω
- ˈpe.fto
Where it comes from
πέφτω < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική πίπτω
verb πέφτω · έπεφτα · θα πέφτω · να πέφτω · πέφτοντας
- μεταβάλλεται το υψόμετρο στο οποίο βρίσκομαι λόγω της βαρύτητας αν το αφήσεις θα πέσει στο πάτωμα
- μειώνεται η τιμή μου έπεσε η τιμή της βενζίνης για μια μέρα και μετά ανέβηκε πάλι
- ξαπλώνω ※ Δεν πρόφτασα να πέσω, κι ο ύπνος με κυρίεψε. (⌘ Μ. Καραγάτσης, Ο κίτρινος φάκελος)
- σκοτώνομαι (σε πόλεμο) Μα ήταν αποφασισμένοι να μην παραδοθούν, και να πέσουν πολεμώντας σαν παλικάρια. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
- ορμώ σε κάποιον, χιμάω σε κάποιον, επιτίθεμαι σε κάποιον μια κουβέντα είπα και πέσανε πάνω μου να με φάνε (μου επιτέθηκαν λεκτικά με σφοδρότητα)
- ξεκολλάω, βγαίνω από τη θέση μου είχανε αρχίσει να της πέφτουν τα μαλλιά εξαιτίας της χημειοθεραπείας
- είμαι, βρίσκομαι (χρονικά ή τοπικά αντίστοιχα) προς τα που πέφτει η Αλόννησος;
- υποχωρώ, υποκύπτω
- σταματάω να λειτουργώ (λόγω βλάβης ή άλλου προβλήματος), διακόπτομαι έπεσε το ρεύμα σε όλο το χωριό
- έχω κάποια ιδιότητα (μέγεθος, ηλικία, κοινωνική θέση κλπ) η οποία συγκρινόμενη με την αντίστοιχη ιδιότητα άλλου αποδεικνύεται ανεπαρκής ή υπερβολική Αυτό το παντελόνι μού πέφτει λίγο μεγάλο.
In English
- fall move to a lower position under the effect of gravity
Talk about this word "πέφτω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CF%86%CF%84%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. πέφτω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CF%86%CF%84%CF%89 "πέφτω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CF%86%CF%84%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πέφτω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AD%CF%86%CF%84%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}