πίεση
Ελληνικά
AI Nói đơn giản
Đang viết một lời giải thích ngắn…
Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.
πίεση
- ˈpi.e.si
Nó đến từ đâu
πίεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πίε(σις) + -ση < πιέζω
:* για επιστημονικούς όρους: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pression
danh từ πίεση · πιέσεις · πίεσης · πιέσεων
- η προσπάθεια να αναγκάσω κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του οικονομική πίεση
- το να φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση ψυχολογική πίεση
- η δύναμη με την οποία το αίμα πιέζει το τοίχωμα των φλεβών ή αρτηριών, όπου ρέει
- το πηλίκο των δυνάμεων που δρουν κάθετα και οιμοιόμορφα σε μία επιφάνεια διά το εμβαδόν της επιφάνειας αυτής διεθνές σύμβολο: λατινικό P
Bằng tiếng Anh
- pressure a pressing; force applied to a surface
Trò chuyện về từ này "πίεση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CE%B5%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. πίεση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CE%B5%CF%83%CE%B7 "πίεση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CE%B5%CF%83%CE%B7.Trích dẫn
@misc{micwyn_2026,
title = {πίεση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CE%B5%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}