πίεση

Ελληνικά

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

πίεση

  • ˈpi.e.si

Nó đến từ đâu

πίεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πίε(σις) + -ση < πιέζω

:* για επιστημονικούς όρους: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pression

danh từ πίεση · πιέσεις · πίεσης · πιέσεων

  1. figuratively, μεταφορικά η προσπάθεια να αναγκάσω κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του οικονομική πίεση
  2. figuratively, μεταφορικά το να φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση ψυχολογική πίεση
  3. ιατρική η δύναμη με την οποία το αίμα πιέζει το τοίχωμα των φλεβών ή αρτηριών, όπου ρέει
  4. φυσική το πηλίκο των δυνάμεων που δρουν κάθετα και οιμοιόμορφα σε μία επιφάνεια διά το εμβαδόν της επιφάνειας αυτής διεθνές σύμβολο: λατινικό P

Bằng tiếng Anh

  • pressure a pressing; force applied to a surface

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"πίεση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CE%B5%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πίεση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CE%B5%CF%83%CE%B7

Chicago

"πίεση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CE%B5%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πίεση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CE%B5%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}