πίλος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πίλος¹

  • ˈpi.los

Sounds like πηλός

Where it comes from

πίλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πῖλος (στη σημασία: σκούφος από τσόχα)

noun πίλος · πίλοι · πίλου · πίλων · πίλο · πίλους

  1. formal, λόγιο, ενδυμασία κάλυμμα του κεφαλιού, ιδίως μάλλινο ή από τσόχα (από πίλημα) ※ Ο ιπποδαμαστής θεός απεικονίζεται ως νέος άνδρας σε ιδεαλιστική γυμνότητα, όρθιος, κατά μέτωπον ως προς το σώμα και σε άποψη 3/4 ως προς την κεφαλή, στραμμένος προς τα δεξιά. Φορά πίλο, τον χαρακτηριστικό κωνικό σκούφο των Διοσκούρων (Λιάνα Παρλαμά, Η Πόλη κάτω από την πόλη: ευρήματα από τις ανασκ

Πίλος²

Where it comes from

Πίλος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Πίλος

  1. ανδρικό όνομα

In English

  • pileus felt hat worn in ancient Rome and Greece
  • hat a head covering

Talk about this word

Cite this
MLA

"πίλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πίλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"πίλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πίλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}