πίπα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πίπα¹

  • ˈpi.pa

Where it comes from

πίπα < (άμεσο δάνειο) ιταλική pipa < γαλλική pipe

:* κινεζικό μουσικό όργανο < (λόγιο δάνειο) κινεζική 琵琶 (pípa)

noun πίπα · πίπες · πίπας · πιπών

  1. σύνεργο του καπνίσματος· στη μία άκρη της (ανάλογα με τον τύπο της πίπας) ή τοποθετείται ένα τσιγάρο ή καπνός σε μια κοιλότητα σκαλισμένη σε ξύλο· ο καπνός περνάει από ένα λεπτό σωλήνα και το επιστόμιο και εισπνέεται από τον καπνιστή
  2. slang, αργκό η πεολειχία

    Similar: τσιμπούκι

  3. slang, αργκό βλακεία, χαζομάρα μη λες πίπες! (βλακείες)
  4. μουσικό όργανο κινεζικό λαούτο

Πίπα²

Where it comes from

Πίπα < γενική ενικού του αρσενικού Πίπας

proper noun Πίπα · Πίπας · Pipa

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πίπα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CF%80%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πίπα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CF%80%CE%B1

Chicago

"πίπα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CF%80%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πίπα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CF%80%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}