πίτσα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πίτσα¹

  • ˈpi.t͡sa

Where it comes from

πίτσα < ναπολιτάνικη pizza < μεσαιωνική λατινική piz(z)a# παλαιά άνω γερμανικά bizzo < πρωτογερμανική *bitô

# υστερολατινικά picea, θηλυκό του piceus < λατινικά pix

# μεσαιωνική ελληνική πίτα / πίττα

noun πίτσα · πίτσες · πίτσας

  1. γαστρονομία στρώμα ζύμης, συνήθως στρογγυλό, με διάφορα υλικά από πάνω, όπως τυρί, ντομάτα, ζαμπόν, μανιτάρια κ.λπ. ή ό,τι άλλο επιθυμείται, το οποίο ψήνεται στο φούρνο

Πίτσα²

  • ˈpi.t͡sa

Where it comes from

Πίτσα < περικοπή υποκοριστικών ονομάτων όπως Πηνελοπίτσα (< Πηνελόπη + -ίτσα),^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Καλλιοπίτσα (Καλλιόπη) και άλλα ονόματα με χαρακτήρα -π- στο θέμα. Δείτε και Λίτσα, Νίτσα, Ρίτσα, Σίτσα

proper noun Πίτσα · Πίτσες · Πίτσας

  1. diminutive, χαϊδευτικό γυναικείο όνομα ※ Ποια ήταν όμως η Πίτσα Μπουρνόζου; Γεννημένη (ως Καλλιόπη) στις 23 Φεβρουαρίου 1945 (δεύτερη στη σειρά ανάμεσα σε τέσσερα κορίτσια) από μικρή έδειξε το ταλέντο της (Ηλίας Τάσκου, «Πίτσα Μπουρνόζου: Το κορίτσι της τέχνης», ellinikoskinimatografos.gr· πρόσβαση: 2021-10-01)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πίτσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πίτσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1

Chicago

"πίτσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πίτσα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}