παίδεμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παίδεμα

Where it comes from

παίδεμα < παιδεύω

noun παίδεμα · παιδέματα · παιδέματος · παιδεμάτων

  1. το αποτέλεσμα του παιδεύομαι, η ταλαιπωρία που υφίσταται κάποιος ο οποίος αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες στην επιτέλεση ενός ορισμένου έργου ※ τὸ διήγημα μᾶς συγκρατεῖ μὲ τὴν ἀφηγηματικὴ ροή του, μὲ τό παίδεμα τοῦ ἥρωά του, ἀνάμεσα στὴν ἀσυγκράτητη δύναμη τῆς ζωῆς, ποὺ συνεχίζεται, τὸ ἴδιο ἑλκυστικὴ καὶ ἀδιάφορη γιὰ τὶς τύχες τῶν ἀνθρώπων, καὶ στὴν ἐσωστρέφεια καὶ τὶς ἔμμονες σκέψεις της (Νέα Εστία, τεύχη 1356-1360, Ι. Δ. Κολλάρος και Σί

Talk about this word

Cite this
MLA

"παίδεμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παίδεμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%B1

Chicago

"παίδεμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παίδεμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}