παίρνω

Ελληνικά

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

παίρνω

  • ˈpeɾ.no

Sună ca περνώ

De unde vine

παίρνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παίρνω < ἐπαίρνω < αρχαία ελληνική ἐπαίρω (υψώνω, εγείρω) < ἐπί (ἐπ-) + αἴρω (σηκώνω)

verb παίρνω · έπαιρνα · πήρα · παίρνομαι · πάρθηκα · παρμένος

  1. κινώ τα χέρια μου, ώστε να κρατάω ένα αντικείμενο που δεν κρατούσα, αρπάζω ή πιάνω κάτι Είναι καλό παιδί, παίρνει το σκουπίδι από το πάτωμα και το πετά στο καλάθι απορριμάτων.
  2. αποκτώ κάτι από κάποιον, το κατέχω Γιατί παίρνεις πάντα λαχανικά από το σουπερμάρκετ και όχι από τη λαϊκή;
  3. λαμβάνω, γίνομαι παραλήπτης κάποιου πράγματος Παίρνει γράμμα από το στρατευμένο της αδερφό κάθε 2-3 μέρες.
  4. φέρνω, έχω κοντά μου όταν πάω κάπου Είναι λίγο ιδιόρρυθμος τύπος... π.χ. παίρνει το σκύλο μαζί του και στο γραφείο.
  5. προσλαμβάνω κάποιον για εργασία Ποιος θα με πάρει για τη θέση χωρίς να έχω επαγγελματική εμπειρία;
  6. για φάρμακο καταπίνω, καταναλώνω Ο πατέρας μου παίρνει 5-6 χάπια κάθε μέρα, δεν ξέρω πως τα καταφέρνει έτσι.
  7. αντιλαμβάνομαι ή αντιμετωπίζω κάτι με ορισμένο τρόπο Παίρνει στα σοβαρά τις σπουδές της.
  8. υλοποιώ, πραγματοποιώ Η κυβέρνηση θα πάρει πιο τολμηρά μέτρα για τη μείωση της εγκληματικότητας.
  9. παντρεύομαι ※ 1950 ⌘ Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Μαρία Πάρνη, 1950 [μυθιστόρημα], επανέκδοση του: «Ο προορισμός της Μαρίας Πάρνη» στην τριλογία Γερές και αδύναμες γενεές (1933)
  10. για συγκοινωνιακό μέσο το χρησιμοποιώ για να μετακινηθώ Παίρνω το λεωφορείο για να πάω στη δουλειά.
  11. familiar, προφορικό, ελλειπτικά για το, «παίρνω τηλέφωνο» καλώ κάποιον τηλεφωνικά Εντάξει έχω δουλειά τώρα, θα σε πάρω αργότερα, έλα γεια.

În engleză

  • take to get into one's hands or control
  • get to receive
  • call to contact by telephone
  • cop to capture, to take (informal)
  • phone to call (someone) on the telephone
  • retrieve to regain or get back something

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"παίρνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παίρνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%BD%CF%89

Chicago

"παίρνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παίρνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}