παγιδεύω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παγιδεύω

  • pa.ʝiˈðe.vo

Where it comes from

παγιδεύω < (ελληνιστική κοινή) παγιδεύω < αρχαία ελληνική παγίς

verb παγιδεύω · παγίδευα · παγιδεύσω · παγιδέψω · παγίδευσα · παγίδεψα

  1. για ζώα ή ανθρώπους οδηγώ κάποιον που καταδιώκω σε μια παγίδα και τον συλλαμβάνω οι λαθροθήρες παγίδευσαν μια αρκούδα
  2. figuratively, μεταφορικά ενεργώ έτσι, ώστε κάποιος να μην έχει δυνατότητα αντίδρασης και τον ωθώ έτσι σε λανθασμένες ενέργειες η άλλη πλευρά προσπάθησε κατά τις διαπραγματεύσεις να μας παγιδεύσει με νομικίστικα τερτίπια
  3. προετοιμάζω και τοποθετώ κάπου έναν μηχανισμό για να προκαλέσω ζημιά είχαν παγιδεύσει την πόρτα με εκρηκτικά

In English

  • trap to catch in a trap or traps
  • fit up cause a person to appear guilty

Talk about this word

Cite this
MLA

"παγιδεύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παγιδεύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89

Chicago

"παγιδεύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παγιδεύω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}