παγωμένος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παγωμένος¹
- pa.ɣoˈme.nos
Where it comes from
παγωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παγώνω.
verb παγωμένος · παγωμένη · παγωμένο · παγωμένου · παγωμένης
- που έχει γίνει πάγος επειδή η θερμοκρασία του έπεσε κάτω από τους 0° Κελσίου ※ Βγήκανε στον κήπο, κάθησαν στο σκιερό κιόσκι, πάνω στους αφράτους τσιλτέδες. Άναψαν τσιμπούκια. Η δούλα σέρβιρε σε μπακιρένια τάσια χοσάφι παγωμένο μέ χιόνι τοῦ Μπόζ ντάγ. Τό κουτάλιζαν κουβεντιάζοντας. (Τάσος Αθανασιάδης, Τα παιδιά της Νιόβης, μυθιστόρημα, τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.δ.
- που έχει μειωθεί πολύ η θερμοκρασία του από το κρύο ≈ συνώνυμα: ξυλιασμένος
- που έχει μείνει ακίνητος ή νιώθει ρίγος από φόβο, τρόμο
- που βρίσκεται σε κατάσταση ακινησίας η οποία υποδηλώνει εχθρότητα Οι σχέσεις των δύο πολιτικών εδώ και μήνες φέρονται να είναι παγωμένες. (από ιστοσελίδα)
- που χαρακτηρίζεται από πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, πολύ κρύος Ο παγωμένος χειμώνας του 19.
Παγωμένος²
Where it comes from
Παγωμένος < παγωμένος
proper noun Παγωμένος · Παγωμένοι · Παγωμένου · Παγωμένων · Παγωμένο · Παγωμένους
- ανδρικό επώνυμο
In English
- iced very cold
Talk about this word "παγωμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. παγωμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "παγωμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παγωμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}