παγώνω
Ελληνικά
AI In parole semplici
Sto scrivendo una breve spiegazione…
Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.
παγώνω
- paˈɣo.no
Da dove viene
παγώνω < μεσαιωνική ελληνική < (ελληνιστική κοινή) παγῶ
verbo παγώνω · πάγωνα · παγώσω · πάγωσα · παγωμένος
- μετατρέπομαι σε πάγο με θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν, πάγωσε το νερό της λίμνης
- μειώνεται πολύ η θερμοκρασία μου κάνει χιονιά έξω, βάλε κάτι γιατί θα παγώσεις
- ακινητοποιούμαι σε μια θέση, δε μεταβάλλομαι πλέον
- μένω ακίνητος ή νιώθω ρίγος από φόβο, τρόμο
- μετατρέπω ένα υγρό σε πάγο
- μειώνω πολύ τη θερμοκρασία ενός αντικειμένου ο βοριάς που τ' αρνάκια παγώνει
- ακινητοποιώ, σταθεροποιώ, κρατώ κάτι στην ίδια κατάσταση ώστε να μη μεταβάλλεται πλέον ο μηχανικός προβολής πάγωσε την εικόνα
- προκαλώ σε κάποιον μεγάλο φόβο
In inglese
Parla di questa parola "παγώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. παγώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CF%89 "παγώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cita
@misc{micwyn_2026,
title = {παγώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}