παζάρι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παζάρι
- paˈza.ɾi
Where it comes from
παζάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παζάρι > παζάριον < οθωμανική τουρκική ? (τουρκική pazar) < περσική بازار (bâzâr) < μέση περσική wʾčʾl (wāzār, αγορά)
noun παζάρι · παζάρια · παζαριού · παζαριών
- η υπαίθρια αγορά ※ Ἐκεῖνοι μᾶς μέρασαν, κι' ὁ καθένας μας πουλήθηκε στὸ παζάρι σκλάβος ἀλευτέρωτος σ' ἄλλους ἀνθρώπους. (Χρήστος Χρηστοβασίλης, Ο ξενιτεμένος)
-
η διαπραγμάτευση για την τιμή ενός προϊόντος μεταξύ εμπόρου και αγοραστή
στην Ανατολή σχεδόν επιβάλλονται τα παζάρια
Similar: παζάρεμα
In English
Talk about this word "παζάρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B6%CE%AC%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. παζάρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B6%CE%AC%CF%81%CE%B9 "παζάρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B6%CE%AC%CF%81%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παζάρι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B6%CE%AC%CF%81%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}