παθογένεια

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

παθογένεια¹

Откуда оно

παθογένεια < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική pathogénie ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική pathogeny < αρχαία ελληνική πάθος + -γένεια < γίγνομαι

существительное παθογένεια · παθογένειες · παθογένειας · παθογενειών

  1. ιατρική η μελέτη της δημιουργίας (γένεσης) μιας παθολογικής κατάστασης
  2. broadly, κατ’ επέκταση μια παθολογική κατάσταση σε συνάρτηση με το αίτιο που την προκαλεί ※ O Λούθηρος συμπυκνώνει σε μια πρόταση μια από τις παθογένειες της εξουσίας: να επεκτείνεται σε κάθε χώρο (από άρθρο στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 6 Μαρτίου 2005)

Παθογένεια²

Откуда оно

Παθογένεια < → λείπει η ετυμολογία

имя собственное Παθογένεια

  1. γυναικείο όνομα

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"παθογένεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παθογένεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1

Chicago

"παθογένεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παθογένεια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}