ميكوين

παιχνιδιάρης

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

παιχνιδιάρης¹

  • pe.xniˈðʝa.ɾis

من أين أتت

παιχνιδιάρης < παιγνιδιάρης με τροπή [ɣ] > [x] κατά το παιχνίδι Μορφολογικά, παιχνίδ(ι) + -ιάρης

صفة παιχνιδιάρης · παιχνιδιάρα · παιχνιδιάρικο · παιχνιδιάρη · παιχνιδιάρας · παιχνιδιάρικου

  1. που του αρέσει να παίζει παιχνιδιάρικο γατί
  2. που του αρέσει να αστειεύεται ή να χαριεντίζεται με φιλική ή ερωτική διάθεση

Παιχνιδιάρης²

من أين أتت

Παιχνιδιάρης < + -άρης • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

اسم علم Παιχνιδιάρης · Παιχνιδιάρηδες · Παιχνιδιάρη · Παιχνιδιάρηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"παιχνιδιάρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παιχνιδιάρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82

Chicago

"παιχνιδιάρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παιχνιδιάρης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}