मिकविन

πακτώνω

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

πακτώνω

यह कहाँ से आया

πακτώνω < μεσαιωνική ελληνική πακτώνω < πάκτον + -ώνω < λατινική pactum < paciscor < pax < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peh₂ǵ-

# πακτώνω < αρχαία ελληνική πακτόω / πακτῶ < πακτός

क्रिया πακτώνω · πάκτωνα · θα πακτώνω · να πακτώνω · πακτώνοντας

  1. στερεώνω, ακινητοποιώ κάτι που είναι μπηγμένο στο έδαφος ή στον τοίχο ή σε άλλο αντικείμενο ※ Το διάζωμα εξασφαλίστηκε από ολίσθηση με έξι αγκύρια διαμέτρου 20 χιλ . από ανοξείδωτο χάλυβα, τα οποία πακτώθηκαν στο έδαφος και εγκιβωτίστηκαν στο σκυρόδεμα. (Το αρχαιολογικό έργο στη Νακεδονία και Θράκη τόμος 13, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1999, σελ. 559)
  2. μπήγω κάτι στο έδαφος, για να σταθεροποιηθεί
  3. εκ μισθώνω αγρό

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"πακτώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πακτώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"πακτώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πακτώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BA%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}