παλέτα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παλέτα¹

  • paˈle.ta

Where it comes from

παλέτα < (άμεσο δάνειο) γαλλική palette < παλαιά γαλλική palete < pale

noun παλέτα · παλέτες · παλέτας · παλετών

  1. εργαλείο ζωγράφου που αποτελείται από μία επιφάνεια, συνήθως σχήματος ωοειδούς, με τρύπα στην οποία περνιέται ο αντίχειρας και στην οποία ο ζωγράφος τοποθετεί διάφορα χρώματα για να τα χρησιμοποιεί εύκολα όταν ζωγραφίζει
  2. βάση για τοποθέτηση αντικειμένων η οποία έχει κενό από κάτω ώστε να μπορούν να τοποθετηθούν τα πηρούνια ανάλογου μηχανήματος για να μετακινείται
  3. broadly, κατ’ επέκταση ποσότητα υλικού που μπορεί να τοποθετηθεί σε μία παλέτα (2)
  4. πληροφορική ομάδα χρωμάτων τα οποία χρησιμοποιούνται σε μία εικόνα

Παλέτα²

Where it comes from

Παλέτα < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Παλέτα · Paleta

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"παλέτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παλέτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B1

Chicago

"παλέτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παλέτα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}