παλέτα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παλέτα¹
- paˈle.ta
Where it comes from
παλέτα < (άμεσο δάνειο) γαλλική palette < παλαιά γαλλική palete < pale
noun παλέτα · παλέτες · παλέτας · παλετών
- εργαλείο ζωγράφου που αποτελείται από μία επιφάνεια, συνήθως σχήματος ωοειδούς, με τρύπα στην οποία περνιέται ο αντίχειρας και στην οποία ο ζωγράφος τοποθετεί διάφορα χρώματα για να τα χρησιμοποιεί εύκολα όταν ζωγραφίζει
- βάση για τοποθέτηση αντικειμένων η οποία έχει κενό από κάτω ώστε να μπορούν να τοποθετηθούν τα πηρούνια ανάλογου μηχανήματος για να μετακινείται
- ποσότητα υλικού που μπορεί να τοποθετηθεί σε μία παλέτα (2)
- ομάδα χρωμάτων τα οποία χρησιμοποιούνται σε μία εικόνα
Παλέτα²
Where it comes from
Παλέτα < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Παλέτα · Paleta
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
In English
- palette board
Talk about this word "παλέτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. παλέτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B1 "παλέτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παλέτα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}