παλαμίδα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παλαμίδα¹
- pa.laˈmi.ða
Where it comes from
παλαμίδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παλαμίδα < ελληνιστική κοινή παλαμίς < αρχαία ελληνική πηλαμύς
noun παλαμίδα · παλαμίδες · παλαμίδας · παλαμίδων
- είδος πελαγικού ψαριού (επιστημονική ονομασία: Sarda sarda) του γένους Sarda και της οικογένειας των Σκομβρίδων, με υδροδυναμικό και ατρακτοειδές σώμα. Το μήκος της φτάνει τα 90 εκατοστά και το μέγιστο βάρος της τα 11 κιλά. ※ Οι ψαράδες διαλαλούσαν την πραμάτεια τους με πανηγυρικό τρόπο, ίσως λόγω της ημέρας. Οι ταβλάδες γεμάτοι ψάρια κι ο κόσμος περνούσε συγκρίνοντας τις τιμές. Εκατόν σαράντα γρόσια τα σκουμπριά, που τα περισσότερα βέβαια ήταν κολιοί, εκατό οι μαρίδες, εκατόν σαράντα τα σαυρίδια, διακόσια ογδόντα οι α
Παλαμίδα²
- pa.laˈmi.ða
Where it comes from
Παλαμίδα < γενική ενικού του αρσενικού Παλαμίδας
proper noun Παλαμίδα · Palamidas
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Παλαμίδας
proper noun Παλαμίδα
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Παλαμίδας
In English
- bonito fish of Sarda
- Atlantic bonito Sarda sarda
Talk about this word "παλαμίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. παλαμίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1 "παλαμίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παλαμίδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}