παμπόνηρος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παμπόνηρος

Where it comes from

παμπόνηρος < παμ- + πονηρός

adjective παμπόνηρος · παμπόνηρη · παμπόνηρο · παμπόνηρου · παμπόνηρης

  1. πάρα πολύ πονηρός ※ Ο νεοέλληνας, ως καλοπερασάκιας - βολεψιματίας, παμπόνηρος και βάρβαρος, δεν θέλει να ξεβολευφτεί, ούτε για να καπνίσει έξω από κλειστούς χώρους, ούτε για να μην παρκάρει στις θέσεις για Α.Μ.Ε.Α., χωρίς να τον νοιάζει εάν ενοχλεί, βλάπτει, ή δυσκολεύει τους συνανθρώπους του. (Συνεχίζεται το κάπνισ

Talk about this word

Cite this
MLA

"παμπόνηρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παμπόνηρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"παμπόνηρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παμπόνηρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}