Μίκουιν

παμφάγος

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

παμφάγος

Από πού έρχεται

παμφάγος < παμ- (παν-) + -φάγος (< θέμα αορίστου έφαγον του ρήματος τρώγω)

επίθετο παμφάγος · παμφάγα · παμφάγο · παμφάγου

  1. που τρώει και κρέας και φυτικές τροφές, που είναι ταυτοχρόνως και σαρκοφάγος και φυτοφάγος η αρκούδα και το ρακούν είναι ζώο παμφάγο
  2. που τρώει μεγάλες ποσότητες από οποιαδήποτε τροφή
  3. figuratively, μεταφορικά που καταστρέφει τα πάντα

Στα αγγλικά

  • omnivorous having the ability to eat both animal and vegetable food
  • omnivore animal eating both plants and meat

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"παμφάγος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παμφάγος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%82

Chicago

"παμφάγος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παμφάγος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AC%CE%B3%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}