πανί
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πανί¹
- paˈni
Sounds like πάνυ
Where it comes from
πανί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πανίον < ελληνιστική κοινή πάννος < λατινική pannus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peh₂n- (ύφασμα)
noun πανί · πανιά · πανιού · πανιών
- κομμάτι ανθεκτικού υφάσματος, συνήθως βαμβακερού
-
μεγάλο κομμάτι υφάσματος που αναρτάται σε ιστιοφόρα πλοία και το οποίο, όταν το φουσκώνει ο άνεμος, κινεί το σκάφος
※ Οἱ φρεγάδες εἶχαν ὅλα τὰ πανι' ἁπλωμένα. Φλόκοι καὶ κοντραφλόκοι, γάμπιες καὶ παπαφίγκοι καὶ παρουκέτα καὶ τρίγκοι ὅλα ἦταν στὴ θέση τους. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Τα λόγια της πλώρης, Οι φρεγάδες, Εικονογραφημένη Εστία, 1894, σελ. 129 https://archive.org/details/hestia00gregoog/page/129/mode/1up)
Similar: ιστίο
Πανί²
Where it comes from
Πανί < πανί
proper noun Πανί · Pani
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
In English
Talk about this word "πανί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AF. Accessed 6 Nov. 2026. πανί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AF "πανί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πανί},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AF},
urldate = {2026-11-06}
}