מיקווין

πανηγυρισμός

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

πανηγυρισμός

  • pa.ni.ʝi.ɾiˈzmos

מאיפה זה בא

πανηγυρισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πανηγυρισμός > πανηγυρίζω πανηγυρισ- + -μός

שם עצם πανηγυρισμός · πανηγυρισμοί · πανηγυρισμού · πανηγυρισμών · πανηγυρισμό · πανηγυρισμούς

  1. σύνολο εκδηλώσεων που εκφράζουν τη μεγάλη χαρά και τον ενθουσιασμό ενός ατόμου ή ομάδας για ένα πρόσφατο γεγονός έξαλλοι πανηγυρισμοί μετά τη νίκη της Εθνικής στο Μουντιάλ

באנגלית

  • jubilation triumphant shouting; rejoicing; exultation

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"πανηγυρισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πανηγυρισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"πανηγυρισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πανηγυρισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}