πανηγύρι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πανηγύρι

  • pa.niˈʝi.ɾi

Where it comes from

πανηγύρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πανηγύρι / πανηγύριον ελληνιστική κοινή πανηγύριον < αρχαία ελληνική πᾰνήγῠρις < → δείτε πᾶς + ἄγυρις, ἀγορά < ἀγείρω

noun πανηγύρι · πανηγύρια · πανηγυριού · πανηγυριών

  1. εορτασμός θρησκευτικής γιορτής σε έναν τόπο με φαγητά και χορούς ※ Θυμάμαι τότε σ' εκείνο το πανηγύρι, Δεκαπενταύγουστο, που είχαμε πάει όλοι, ήμουν μικρή και ήμασταν όλα τα ξαδέλφια κι ύστερα γυρίσαμε σπίτι και κοιμηθήκαμε όλοι στρωματσάδα (Ματίνα Αποστόλου, Ρίζες, εκδ. Ίκαρος, 2026)
  2. η εμποροπανήγυρη
  3. broadly, κατ’ επέκταση εκδήλωση μεγάλης χαράς και ενθουσιαμού κάναμε πανηγύρι όταν μάθαμε τα καλά νέα
  4. figuratively, plural normally, μεταφορικά, συνήθως στον πληθυντικό τσακωμός, φασαρία θα γίνει μεγάλο πανηγύρι (ή θα έχουμε πανηγύρια) αν το μάθει ο πατέρας σου

In English

  • feast large, often ceremonial meal
  • fair market

Talk about this word

Cite this
MLA

"πανηγύρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CE%B3%CF%8D%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πανηγύρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CE%B3%CF%8D%CF%81%CE%B9

Chicago

"πανηγύρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CE%B3%CF%8D%CF%81%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πανηγύρι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CE%B3%CF%8D%CF%81%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}