πανοραμικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πανοραμικός
Where it comes from
πανοραμικός < αγγλική panoramic + -ικός < panorama < αρχαία ελληνική πᾶν + αρχαία ελληνική ὅραμα
adjective πανοραμικός · πανοραμική · πανοραμικό · πανοραμικού · πανοραμικής
- που πιάνει όλο το εύρος του ορίζοντα ※ που παριστάνονταν, όπως φαίνεται, και στις μέρες του Κ: ένα ξύλινο παλκοσένικο (ίσως με καταπακτές ή σκάλα) με μερικά ζωγραφισμένα τελάρα (που ίσως έχουν και πραγματικές πόρτες), τα οποία δείχνουν την απαιτούμενη πανοραμική όψη μιας πόλης, όπως και ένα παλάτι, και μπορούν να αλλάζουν στη στιγμή (Β
In English
- panoramic with a wide view
Talk about this word "πανοραμικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πανοραμικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "πανοραμικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πανοραμικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}