πανσπερμία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πανσπερμία

  • pan.speɾˈmi.a

Where it comes from

πανσπερμία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πανσπερμία (ανάμειξη σπόρων ή στοιχείων). Μορφολογικά αναλύεται σε < παν- + σπέρμ(α) + -ία

:* για τη βιολογική θεωρία: λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική panspermie + -α < αρχαία ελληνική πανσπερμία

noun πανσπερμία · πανσπερμίες · πανσπερμίας · πανσπερμιών

  1. literally, rare, σπάνιο, κυριολεκτικά ανάμειξη σπερμάτων (συγκρίνετε με το αρχαίο πανσπερμία)
  2. figuratively, μεταφορικά πλήθος διαφορετικής σύστασης ή προέλευσης Πήγα στο Λονδίνο και είδα μια πανσπερμία από ανθρώπους: Άγγλοι, Γερμανοί, Άραβες, Γάλλοι και αρκετοί Έλληνες· χαμός γινότανε.

    Similar: συνονθύλευμα

  3. παρωχημένη σημασία, βιολογία παλαιότερη θεωρία που υποστηρίζει ότι η ζωή στη γη προήλθε από σπέρματα που μεταφέρθηκαν από άλλους πλανήτες

    Similar: πανσπερμισμός

Talk about this word

Cite this
MLA

"πανσπερμία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%83%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πανσπερμία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%83%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%AF%CE%B1

Chicago

"πανσπερμία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%83%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πανσπερμία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%83%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}