παντοπωλείο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παντοπωλείο

Where it comes from

παντοπωλείο < παντοπωλεῖον (λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής για την αγορά που χρησιμοποιήθηκε με σκοπό να αντικαταστήσει την τουρκικής προέλευσης μπακάλικο) < παντοπώλιον

noun παντοπωλείο · παντοπωλεία · παντοπωλείου · παντοπωλείων

  1. το κατάστημα στο οποίο μπορεί κάποιος να βρει τα βασικά είδη για τις ανάγκες ενός σπιτικού, όπως τρόφιμα, απορρυπαντικά και γενικά είδη οικιακής χρήσης και το οποίο τείνει να αντικατασταθεί παντού από τα σούπερ μάρκετ και τα ψιλικατζίδικα ※ Γνωριστήκαμε το 1933. Αυτός δεκαεξάρης κι εγώ δεκαπεντάρης. Δούλευε σ' ένα παντοπωλείο, στη Διαγώνιο, τσιράκι. Μπακαλόγατο τον φώναζαν. Συνδεθήκαμε με αδερφική φιλία (Μωυσής Μιχάλης Μπουρλάς, Έλληνας, Εβραίος και αριστερός, εκδ. Νησίδες, 2000, σελ. 202)

In English

  • general store a store which sells a large variety of useful things

Talk about this word

Cite this
MLA

"παντοπωλείο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CF%89%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παντοπωλείο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CF%89%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF

Chicago

"παντοπωλείο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CF%89%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παντοπωλείο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CF%89%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}