παντρεύω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παντρεύω
- panˈdɾe.vo
Where it comes from
παντρεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παντρεύω και ὑπανδρεύω < ελληνιστική κοινή ὕπανδρος (που είχε προφορά με [nd]) < αρχαία ελληνική ὑπό + ἀνήρ
verb παντρεύω · πάντρεψα · παντρεύομαι · παντρεύτηκα · παντρεμένος
- ενώνω ένα ζευγάρι με τα δεσμά του γάμου κατά τη διάρκεια επίσημης τελετής· λέγεται για τον ιερέα ή το δήμαρχο που έχουν τη νόμιμη εξουσία γι' αυτό το σκοπό
- παρίσταμαι ως μάρτυρας στο γάμο δύο ανθρώπων και συμμετέχω στην τελετή ως κουμπάρος
- ενεργώ ώστε δύο άνθρωποι να γνωριστούν και να παντρευτούν
- ενεργώ ώστε κάποιος δικός μου άνθρωπος να βρει σύζυγο και να παντρευτεί Πάντρεψε την κόρη του μ' ένα καλό παιδί.
- συνδυάζω δύο διαφορετικά στοιχεία σε ένα αρμονικό σύνολο Πάντρεψε τη μουσική του Χ με τη χορογραφία του Υ.
- σπάζω κάτι κατά λάθος Ωχ! Τα πάντρεψε τα ποτήρια!
Thesaurus
In English
Talk about this word "παντρεύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. παντρεύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89 "παντρεύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παντρεύω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}