παντρεύω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παντρεύω

  • panˈdɾe.vo

Where it comes from

παντρεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παντρεύω και ὑπανδρεύω < ελληνιστική κοινή ὕπανδρος (που είχε προφορά με [nd]) < αρχαία ελληνική ὑπό + ἀνήρ

verb παντρεύω · πάντρεψα · παντρεύομαι · παντρεύτηκα · παντρεμένος

  1. ενώνω ένα ζευγάρι με τα δεσμά του γάμου κατά τη διάρκεια επίσημης τελετής· λέγεται για τον ιερέα ή το δήμαρχο που έχουν τη νόμιμη εξουσία γι' αυτό το σκοπό
  2. παρίσταμαι ως μάρτυρας στο γάμο δύο ανθρώπων και συμμετέχω στην τελετή ως κουμπάρος
  3. ενεργώ ώστε δύο άνθρωποι να γνωριστούν και να παντρευτούν
  4. ενεργώ ώστε κάποιος δικός μου άνθρωπος να βρει σύζυγο και να παντρευτεί Πάντρεψε την κόρη του μ' ένα καλό παιδί.
  5. figuratively, μεταφορικά συνδυάζω δύο διαφορετικά στοιχεία σε ένα αρμονικό σύνολο Πάντρεψε τη μουσική του Χ με τη χορογραφία του Υ.
  6. figuratively, ironic, μεταφορικά, ειρωνικό σπάζω κάτι κατά λάθος Ωχ! Τα πάντρεψε τα ποτήρια!

Similar: νυμφεύω, στεφανώνω

Thesaurus

In English

  • wed to perform the marriage ceremony for; to join in matrimony
  • marry to unite in wedlock
  • marry off successfully arrange the marriage of someone

Talk about this word

Cite this
MLA

"παντρεύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παντρεύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89

Chicago

"παντρεύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παντρεύω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}