παντόφλα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παντόφλα¹

  • panˈdo.fla

Where it comes from

παντόφλα < (άμεσο δάνειο) ιταλική pantofola (ανομοίωση του δεύτερου [o] ή διάλεκτος: pantofla). Κατά τον Μπαμπινιώτη, δεν φαίνεται να ευσταθεί η δημοφιλής άποψη προέλευσης από υποθετικό μεσαιωνικό τύπο *παντό-φελλον (εξ ολοκλήρου από φελλό). Αναφέρει και προτάσεις όπως η παλαιά γαλλική panne (κομμάτι πανί) ή το διαλεκτικό γαλλικό patte (γάμπα).

noun παντόφλα · παντόφλες · παντόφλας

  1. υπόδηση τύπος υποδήματος ανοιχτού, συνήθως αλλ' όχι πάντα στο πίσω μέρος· φοριέται μέσα στο σπίτι, χωρίς κάλτσες συνήθως και είναι πολύ βολική
  2. familiar, slang, αργκό, ναυτικός όρος, οικείο τύπος μικρού ανοιχτού οχηματαγωγού πλοίου για κοντινές αποστάσεις, το οποίο ονομάστηκε έτσι λόγω του ανοιχτού καταστρώματός του που θυμίζει παντόφλα
  3. slang, αργκό, στρατιωτική αργκό μικρό αποβατικό σκάφος (σχήματος ανάλογου με αυτό που περιγράφεται αμέσως παραπάνω)
  4. slang, αργκό πορτοφόλι, συνήθως δερμάτινο πορτοφόλι για ψιλά, λόγω του σχήματός του όταν είναι ανοιχτό ※ Εμείς τρώμε τα λάχανα, τσιμπούμε τις παντόφλες, / για να μας βλέπουν τακτικά της φυλακής οι πόρτες (από το τραγούδι του Βαγγέλη Παπάζογλου "Κάτω στα λεμονάδικα")
  5. slang, αργκό, ειρωνικό προφορικό ογκώδες κινητό τηλέφωνο, παλαιάς τεχνολογίας (υπονοείται μεγάλο μέγεθος, αντίστοιχο με εκείνο της πραγματικής παντόφλας)

Παντόφλα²

Where it comes from

Παντόφλα < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Παντόφλα · Παντόφλας · Pantofla

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

  • slipper low shoe slipped on and off easily

Talk about this word

Cite this
MLA

"παντόφλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%86%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παντόφλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%86%CE%BB%CE%B1

Chicago

"παντόφλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%86%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παντόφλα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%8C%CF%86%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}