米克温

πανωφόρι

Ελληνικά · 同义词与反义词

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

πανωφόρι

  • pa.noˈfo.ɾi

它从哪里来

πανωφόρι < μεσαιωνική ελληνική πανωφόρι < αρχαία ελληνική ἐπάνω + φέρω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

名词 πανωφόρι · πανωφόρια · πανωφοριού · πανωφοριών

  1. ενδυμασία ρούχο που φοριέται πάνω από κάτι άλλο (π.χ. ζακέτα, παλτό κ.λπ.) ※ Κι ο εκκλησιάρης, ένα γεροντάκι κοντοστούπικο μ’ ένα πανωφόρι που τόσερνε στις πλάκες, πράσινο απ’ την παλιοσύνη κι όλο κεριά σαν τον ουρανό με τάστρα

相近词: επενδύτης

同义词与反义词

名词

相近词: επενδύτης

英语

  • coat outer garment covering the upper torso and arms
  • overcoat garment

讨论这个词

引用
MLA

"πανωφόρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%89%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πανωφόρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%89%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%B9

Chicago

"πανωφόρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%89%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πανωφόρι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%89%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%B9},
  urldate = {2026-11-06}
}