παν-
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παν-
Where it comes from
παν- < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πᾶν (ουδέτερο του πᾶς)
:* για σύγχρονους όρους: λόγιο δάνειο από διαγλωσσικούς όρους pan-
prefix παν-
- πρώτο συνθετικό για να δηλωθεί ότι η παραγόμενη λέξη περιλαμβάνει όλα τα μέλη ενός συνόλου πανελλήνιος
- πρώτο συνθετικό για να δηλωθεί μεγάλη ένταση ή μεγάλος βαθμός μιας ιδιότητας· τα επίθετα από παν- ισοδυναμούν με τον υπερθετικό βαθμό του απλού επιθέτου πανάρχαιος (αρχαιότατος)
In English
Talk about this word "παν-." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD-. Accessed 6 Nov. 2026. παν-. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD- "παν-." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD-.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παν-},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD-},
urldate = {2026-11-06}
}