παξιμάδι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παξιμάδι¹

  • pa.ksiˈma.ði

Where it comes from

παξιμάδι ήδη σε έγγραφο του 16ου αιώνα κε < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παξιμάδιον < ελληνιστική κοινή παξαμάδιον, υποκοριστικό του παξαμᾶς < Πάξαμος, αρτοποιός και μάγειρας του 1ου αιώνα κε

noun παξιμάδι · παξιμάδια · παξιμαδιού · παξιμαδιών

  1. τρόφιμο κομμάτι ψωμιού που έχει ψηθεί δύο φορές, ώστε να αποβάλει όλα τα υγρά του και να γίνει σκληρό, για να διατηρείται περισσότερο χρονικό διάστημα άφησες έξω το ψωμί και έγινε παξιμάδι
  2. μεταλλικό εξάρτημα που βιδώνει γύρω από μια βίδα και συνδέει αντικείμενα μεταξύ τους αυτό το παξιμάδι δεν εφαρμόζει, γιατί δεν ταιριάζουν οι βόλτες του

    Similar: περικόχλιο

Παξιμάδι²

  • pa.ksiˈma.ði

Where it comes from

Παξιμάδι < παξιμάδι

proper noun Παξιμάδι · Παξιμάδια · Παξιμαδιού · Παξιμαδιών

  1. ονομασία νησίδων της Ελλάδας

In English

  • nut that fits on a bolt
  • rusk light, soft bread, often toasted or crisped in an oven
  • paximadi rusk

Talk about this word

Cite this
MLA

"παξιμάδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%B4%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παξιμάδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%B4%CE%B9

Chicago

"παξιμάδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%B4%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παξιμάδι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%B4%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}