παπάρι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παπάρι
Where it comes from
παπάρι < παπάρ(α) + -ι
noun παπάρι · παπάρια · παπαριού · παπαριών
- το ανδρικό μόριο ※ Και καθώς ο Διόνυσος ήταν παθιάρης άντρας και δεν παρεξηγούσε λεπτομέρειες τύπου « Αγάπη μου , μην το πάρεις στραβά , αλλά έχω ένα παπάρι να » , είχε πάθει τρελό σεβντά με τον Άμπελο, αλλά το παλικάρι τώρα , εμ σάτυρος. (Αύγουστος Κορτώ, Νεοελληνική Μυθολογία, εκδ. Πατάκης, 2016)
- αρχίδι, ιδίως στον πληθυντικό, στην έκφραση «στα παπάρια μου» ※ Πως να εκλάβει λοιπόν τη σιωπή μου, αν όχι ως συγκατάθεση; Στα παπάρια της οι βουβές εσωτερικές αντιρρήσεις μου, και, όπως αποδεικνυόταν από τη σιωπή της, στα παπάρια της και το σημείωμα, αν, εννοείται, είχε περιέλθει σε γνώση της. (Ντίνος Οικονόμου, Το σπασμένο τακούνι, εκδ. Καστανιώτη, 2010
- ενοχλητικό πρόσωπο ή αντικείμενο ※ Στη γωνία του Παπαστράτου πέσαμε μούρη με μούρη πάνω στον διάκο και στον Σώτο, βολτάριζαν και αυτοί ... «Το ένα παπάρι τακίμιασε με τ' άλλο» είπε ο Αχιλλάκος μόλις μπήκαμε στο πάρκο (Κώστας Ακρίβος, Γάλα μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
Talk about this word "παπάρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. παπάρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%B9 "παπάρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παπάρι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}