παπαγάλος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παπαγάλος¹
- pa.paˈɣa.los
Where it comes from
παπαγάλος < (άμεσο δάνειο) ιταλική pappagallo < μεσαιωνική ελληνική παπαγᾶς (αντιδάνειο) < αραβική ببغاء (babagha) < (ηχομιμητική λέξη)
noun παπαγάλος · παπαγάλοι · παπαγάλου · παπαγάλων · παπαγάλο · παπαγάλους
- συνομοταξία πουλιών που ανήκουν στην οικογένεια των Ψιττακιδών ※ Έναν σπουδαίο παπαγάλο, να τον αγρικώ
- αυτός που επαναλαμβάνει τα λόγια άλλων δίχως αντίληψη των νοημάτων τους ※ ἄνδρες ὠφελιμότατοι εἰς τήν πολιτείαν, ἢ μεταβάλλονται εἰς παπαγάλους καί βαθμοθήρας ἤ, βλέποντες, ὅτι χωρίς καμμίαν σημαντικὴν προσπάθειαν εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθοῦν εἰς τὴν ἄλλην τάξιν, περιπίπτουν εἰς τὴν ὀκνηρίαν καὶ τὴν ἀδιαφορίαν ἢ καθίστανται ἐπαναστάται καὶ ταραξίαι (Κυπριακά Χρονικά, τόμο
- εργαλείο με ρυθμιζόμενο άνοιγμα
Παπαγάλος²
Where it comes from
Παπαγάλος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Παπαγάλος · Παπαγάλου · Papagalos
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
In English
- parrot kind of bird
Talk about this word "παπαγάλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. παπαγάλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CF%82 "παπαγάλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παπαγάλος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}