παπαδάκι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παπαδάκι¹

Where it comes from

παπαδάκι < παπάς (πληθυντικός παπάδ-ες) + κατάληξη υποκοριστικού -άκι

noun παπαδάκι · παπαδάκια

  1. αγόρι που φοράει άμφια κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας και βοηθάει τον ιερέα στο έργο του ※ Στη λαμπρή τελετή των Θεοφανίων ο γόνος Παπαγεωργίου έκανε το παπαδάκι κοντά στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο κρατώντας θυμιατό και δικηροτρίκηρα. Φωτογραφίες του τοπικού τύπου της εποχής αποτυπώνουν το δέος του εφήβου που από τότε προαλειφόταν για το ιερατείο (Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Η μοναξιά ενός ασ

Similar: ἱερόπαις

Παπαδάκι²

  • pa.paˈða.ci

Where it comes from

Παπαδάκι < γενική ενικού του αρσενικού Παπαδάκις

proper noun Παπαδάκι · Papadaki

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Παπαδάκις, άλλη γραφή του Παπαδάκη

proper noun Παπαδάκι

  1. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Παπαδάκις

Thesaurus

noun

Similar: ἱερόπαις

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"παπαδάκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B4%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παπαδάκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B4%CE%AC%CE%BA%CE%B9

Chicago

"παπαδάκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B4%CE%AC%CE%BA%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παπαδάκι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B4%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}